Από βραδύς είχαν φτάσει τα µαντάτα στη Βέροια. Όπου να ΄ναι µπαίνει ο ελληνικός στρατός στην πόλη ελευθερωτής και νικηφόρος. ΄Έλληνες και Τούρκοι σε µεγάλη αναστάτωση, διλήµµατα, φόβος και προσµονή. Τούρκοι φορτώνουν την πραµάτεια τους και προσπαθούν να φύγουν. Ο Σιδηροδροµικός Σταθµός γεµίζει από απελπισµένους ανθρώπους που αφήνουν τα σπίτια όπου γεννήθηκαν και παίρνουν τους δρόµους της φυγής. Βεργιωτάδες φίλοι τους προσπαθούν να τους πείσουν ότι δεν κινδυνεύουν, πως δεν πρέπει να φύγουν. Τόσα χρόνια έζησαν µαζί, κι αν δηµιουργούνταν εντάσεις δεν έφταιγε ο λαός. Αυτοί που ήταν ψηλά, που διοικούσαν, που αποφάσιζαν, που εφάρµοζαν, έφταιγαν. Και τώρα το άπιαστο όνειρο για λευτεριά γίνεται σκληρή πραγµατικότητα. Πρέπει να το αντιµετωπίσουν. Και το έκαναν. Ο καθένας µε τον τρόπο του και για τους δικούς του λόγους. Έλληνες και Τούρκοι Προύχοντες µε τη συµµετοχή του Μητροπολίτη Καλλίνικου και του Τούρκου ∆ηµάρχου Αλή Χαλίλ Βέη πραγµατοποιούν σύσκεψη στη Μητρόπολη και αποφασίζουν να αλληλοπροστατευτούν. Να µην αλλάξει η πόλη, να µη γίνουν βανδαλισµοί και σφαγές, παρά µόνο να νιώσουν τον αέρα της λευτεριάς και να βοηθηθούν µεταξύ τους, όπως έµαθαν να κάνουν απ΄ τη µέρα που γεννήθηκαν. Όχι ότι δεν υπήρχαν ακραίες συµπεριφορές από την πλευρά των κατακτητών. Ήταν όµως περιορισµένες. Μόνο µετά την ατυχή κατάληξη της επανάστασης του 1878 είχαν χειροτερέψει τα πράγµατα. Είχαν αγριέψει. Γι αυτό η ανάγκη για λευτεριά ήταν ακόµα πιο µεγάλη, όπως και οι ελπίδες που ποτέ δεν έσβησαν µα κρυφόκαιγαν και περνούσαν από γενιά σε γενιά στο µυαλό και την καρδιά τους. Έπρεπε όµως οι απλοί άνθρωποι να προστατέψουν τους φίλους και γείτονες. Οι δε προύχοντες την περιουσία τους και τα οφίτσιά τους. Έτσι η πόλη το αξέχαστο µεσηµέρι της Τρίτης 16 Οκτωβρίου παραδίδεται αναίµακτα και κατόπιν συµφωνίας στα χέρια των Ελλήνων. ∆ΕΚΑ ΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ Επτά ελληνικές µεραρχίες µε περίπου 100.000 άντρες και αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, ξεχύθηκαν στη Μακεδονία. Την 5η Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε τις επιχειρήσεις του, µε την κατάληψη των τουρκικών συνοριακών φυλακίων, αντιµετωπίζοντας συνολικά µικρή αντίσταση. Τα νέα διαδίδονται µε ενθουσιασµό. Ο λαός ανυποµονεί και περιµένει ώρα την ώρα την απελευθέρωση. Ονειρεύονται την Ελληνική σηµαία να κυµατίζει στα σπίτια τους, περιµένουν και αισιοδοξούν Η προέλαση του ελληνικού στρατού συνεχίζεται, αναγκάζοντας τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα υψώµατα της Ελασσόνας (6 Οκτωβρίου) και να αµυνθούν στα στενά του Σαρανταπόρου. Μετά από διήµερη µάχη στις 9 και 10 Οκτωβρίου και παρά τις πολλές απώλειες (182 νεκροί, περίπου 1.000 τραυµατίες), ο ελληνικός στρατός κατάφερε να καταλάβει το Σαραντάπορο, αναγκάζοντας τους εχθρούς σε οπισθοχώρηση και άτακτη φυγή. Η πρώτη σηµαντική ελληνική νίκη είχε επιτευχθεί και ήταν ορόσηµο, γιατί άνοιγε το δρόµο για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Οι Τούρκοι άρχισαν να υποχωρούν και οι Έλληνες να προελαύνουν: Κατερίνη, Γρεβενά, Σιάτιστα, Κοζάνη. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος ήταν αποφασισµένος να προχωρήσει µε το στρατό του βόρεια προς το Μοναστήρι, το οποίο έπρεπε κατά την άποψή του να καταλάβει για λόγους στρατηγικής. Την ίδια ώρα, οι Βούλγαροι συνέχιζαν την προέλασή τους προς τη Θεσσαλονίκη δείχνοντας πόσο τους ενδιέφερε η κατάκτησή της. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, βλέποντας πως η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει την πιο σηµαντική πόλη της Μακεδονίας, διέταξε τον Κωνσταντίνο να αλλάξει πορεία και να προλάβει τους Βούλγαρους. Ο ελληνικός στρατός έπρεπε να µπει πρώτος στη Θεσσαλονίκη. Έτσι κατευθύνεται ανατολικά. ΑΝΕΜΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΣΤΗΣ ΠΟΛΗ Την Τρίτη 16 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός είχε φτάσει στα υψώµατα της Καστανιάς και στρατοπέδευσε εκεί, περιµένοντας πως και πως τη διαταγή να µπει στην πόλη. Όπως περιγράφει ο Στράτος Κτεναβέας (στο βιβλίο του «Ο ελληνοτουρκικός πόλεµος, µακεδονική εκστρατεία, Αθήναι, α.ε.ε., σελ 70-83). Σ.Σ αναδηµοσίευση από το περιοδικό «Νιάουστα»1986 τόµος Ε, τεύχη 35-36 από την οµιλία του Ιστορικού Γ.Χ. Χιονίδη στην Εληά µε τη φροντίδα του Ροταριανού Οµίλου και τίτλο «Η απελευθέρωση της Βέροιας και της Νάουσας σύµφωνα µε τις αφηγήσεις αυτοπτών µαρτύρων» σελ 56-60 και 108-117 αντίστοιχα) «Οι άνδρες της Μεραρχίας µας εις τους καταυλισµούς των επεδίδοντο εις την καθαριότητα και την περιποίησήν των. Τα µαγειρεία διετάχθηκαν να παρασκευάσουν φαγητόν, εξαιρετικόν πλέον, αγελάδα στιφάδο, το οποίον είναι το εκλεκτότερον φαγί του στρατού». Σε άλλο σηµείο περιγράφει την είσοδο του στρατού στην πόλη γράφοντας «Το απόγευµα της 16ης Οκτωβρίου η Μεραρχία ευρίσκεται κατηυλισµένη έξω της πόλεως Βέροιας. Το ένα µετά το άλλο τα συντάγµατα, συγκεντρούµενα, καταυλίζονται εις ορισθέν δι΄ έκαστον σηµείον Το 8ον, κατελθόν πρώτον εις την πόλιν, εισέρχεται εις αυτήν. Το τρίτον τάγµα του συντάγµατος αυτού προηγείται, ο ενδέκατος δε λόχος του Χρυσοµάλλη, αναλαµβάνει την φρούρησιν της πόλεως. Πρώτος, προηγούµενος, εισήλθε ο 9ος λόχος του Λυµπεροπούλου. Ριφθείς κατ΄ευθείαν από τα άνωθεν προ της πόλεως υψώµατα, ευρέθη εντός αυτής, προς την Τουρκικήν συνοικίαν. Εις την είσοδον της πόλεως, προ του ωρολογίου, το οποίον υψούται επό βάσεων αρχαίων τειχών, εις ύψος προφανώς υπέρ τα 20 µέτρα, έχουν συγκεντρωθεί Τούρκοι πρόκριτοι µε τους χοντζάδες τους. Μας χαιρετούν, πλησιάζοντες τον λοχαγόν, εις τον οποίον προσπαθούν, δια των παρευρεθέντων χριστιανών, να εξηγήσουν ότι εδήλωσαν υποταγήν και είναι σύµφωνοι µε τους χριστιανούς κατοίκους της πόλεως. Ένας τουρκοµαθής στρατιώτης µας, συνεννοείται µε τους Τούρκους, οι οποίοι, µε εκδηλώσεις χαράς και ενθουσιασµού, µας υποδέχονται. Μετ΄ολίγον δε, όταν εισήλθεν ο Μέραρχος µε το Επιτελείον του, ωδήγησαν αυτόν οι πρόκριτοι εις το ∆ιοικητήριον. ∆ιερµηνεύοντος του Μητροπολίτου ηυχαρίστησεν ο Μέραρχος τους µπέηδες και τους εβεβαίωσεν ότι πλήρης ασφάλεια θα επικρατήση, παν δε παράπτωµα, και το ελάχιστον, να το καταγγέλουν και ας είναι βέβαιοι ότι η τιµωρία θα είναι αυστηρά. Αι χανούµισσαι, κατά την συγκέντρωσιν εις την αρχήν της πόλεως των στρατιωτών µας, δειλά, µε πάσαν προφύλαξιν, κυττούν από τα δικτυωτά παράθυρα τους απίστους, οι οποίοι µε τον θόρυβόν τους τας απέσπασαν από τα θέλγητρα της ησυχίας των. Μόλις αντιλαµβάνονται τους απίστους να προσέχουν, αποσύρονται, αποκρύπτονται. Ανησυχούν τα τουρκικά ουρί προφανώς περί της τύχης των. Αλλά ταχέως επείσθησαν περί της ασφαλείας των. Οι στρατιώται είναι ανυπόµονοι να µάθουν αν θα βρουν φαγί (?) Μόνον νερό δεν εζητούσαν οι στρατιώται, διότι είχον πλέον χορτάσει εις τα πέριξ της πόλεως. Έτρεχαν πλούσια νερά από όλας τας διευθύνσεις (?) Τα άφθονα και γευστικά νερά αυτά επότιζον και εγονιµοποίουν το έδαφος της πόλεως, η οποία περιεκλείετο από πλουσίαν φυτείαν» Στη συνέχεια περιγράφει την πείνα των στρατιωτών και την αγωνία, αν τα τρόφιµα και άλλα προϊόντα που είχαν ανάγκη και πωλούνταν στα µαγαζιά της Βέροιας, θα έφταναν για όλους, καθώς «είχαν δε και την ηµέραν αυτήν, τοσαύτην πείναν, ώστε πολλοί έπεφταν στο δρόµο εξ αδυναµίας να βαδίσουν. Οι περισσότεροι επρόφθασαν και έκαναν γενναίας προµηθείας, εις τροφάς και ποτά. Ψωµί δε και άλλα τρόφιµα επροµήθευον και τα σπίτια τα χριστιανικά, αλλά και τα εβραϊκά και τα τουρκικά, µη δεχόµενα πληρωµήν». Συνθέτοντας τις περιγραφές των τεσσάρων αυτοπτών µαρτύρων ( Θόδωρος Πάγκαλος, Στράτος Κτεναβέας, Σπύρος Μελάς και Κωνσταντίνος Λιναρδάτος), αναφέρει ο Γ.Χ. Χιονίδης στην οµιλία του « όταν λοιπόν µπήκε στην πόλη ο πρώτος Έλληνας αξιωµατικός, ο ανήσυχος και ζωντανός ίλαρχος Μάνος, που το ίδιο έκαµε και σε άλλες πόλεις, όλος ο λαός τον υποδέχτηκε, ενώ πολλοί Βεροιώτες είχαν βγει προς τις δυτικές εισόδους της πόλεως για να προϋπαντήσουν τους απελευθερωτές. Οι Έλληνες, βέβαια, παραληρούσαν από χαρά, πετούσαν τα φέσια τους και έκλαιγαν, ψάλλοντας ή αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη»!!, όµως δεν υστερούσαν, µε δηλώσεις υποταγής, και οι Τούρκοι κάτοικοι της πόλεως, ιδιαίτερα οι προύχοντες (µπέηδες) και ο εβραϊκός πληθυσµός, άσχετα ποια ήσαν τα αληθινά συναισθήµατά τους, που τα φώλιαζαν κρυφά στις καρδιές τους». ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΑΝΑΙΜΑΚΤΗ ΠΑΡΑ∆ΟΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ Στο σηµείο αυτό ας δούµε πως περιγράφει αυτολεξεί την κατάσταση ο Σπύρος Μελάς στο βιβλίο του «Οι πόλεµοι 1912-1913», (Αθήνα, 1958, σελ. 127-134), στο οποίο αναφέρεται εκτενώς στα συναισθήµατα, αλλά και στις συµπεριφορές που υιοθετούν οι άνθρωποι µπροστά στο φόβο απώλειας της ζωής ή της περιουσίας των. «Όσο προχωρούσαµε ύστερα πάνω στο µαίανδρο της κατηφοριάς για την πολιτεία, πρόβαλαν µια-µια οι λεπτοµέρειές της, οι γελαστοί µπαξέδες των αρχοντικών σπιτιών, τα τζαµά της, το δάσος των µιναρέδων, που τους συναγωνιζότανε στο ύψος µε το καµπαναριό της η Ελληνική µητρόπολη, µε τ? άσπρα τόξα της γεµάτα γαλάζιο ουρανό, τ? άφθονα κρεµάµενα νερά, οι άπειροι µικροί καταρράκτες, που ο ευχάριστος σάλαγός τους ακουγότανε από µακριά, τα γεµάτα µυστήριο καφάσια, όταν µπαίναµε στην πολιτεία, τόσα και τόσα ζευγάρια τρυφερά µάτια, που κάτω από τη µυστική γοητεία τους οι άντρες πήραν το πιο αρειµάνιο ύφος, οι σαλπιγκτές ανακάλυψαν το πιο φαιδρό εµβατήριο, τ? άλογα το πιο περήφανο βήµα και τη φάλαγγα ολάκερη συνεπήρε το ηδονικό ανατρίχιασµα του θριάµβου. Από τα µπαλκόνια οι Ελληνίδες δακρυσµένες, µας έραιναν µε λουλούδια, µε κοφέτα, µε ρύζι, σα γαµπρούς, και οι άντρες µαζεµένοι εδώ κι εκεί, στα σταυροδρόµια, έσκιζαν τα φέσια τους και ζητωκραύγαζαν. Η κεφαλή της φάλαγγας µε τον Αρχιστράτηγο ∆ιάδοχο, τους πρίγκιπες και τους αξιωµατικούς του επιτελείου, ξεσήκωνε φρενιασµένη θύελλα ενθουσιασµού. Φιλούσαν τις µπότες τους, τ? άλογά τους, ό,τι µπορούσαν να ζυγώσουν. Οι πρίγκιπες κι οι αξιωµατικοί του επιτελείου για να δείξουν τη χαρά τους, αντί για λοφία είχανε βάλει στα πηλήκιά τους κάτι κίτρινα αγριολούλουδα, που είχανε κόψει στο πεδίο των επιχειρήσεων. Αν εξαιρούσε κανείς αυτά όλα, η Βέροια είχε τη συνηθισµένη καθηµερινή της όψη. Έµεινε σχεδόν ανέγγιχτη, γιατί δε µεσολάβησε πολύς χρόνος από τη στιγµή πούφυγε ο τούρκικος στρατός ώσπου µπήκε ο δικός µας. Όταν έφτανε ο Μάνος, κατά τις οχτώ, στην πλατεία του ∆ιοικητηρίου, όπου τον πρόσµεναν συνταγµένοι σαν στρατιώτες, ο Μητροπολίτης, οι Έλληνες πρόκριτοι και οι Τούρκοι µπέηδες, ακουγόντανε ακόµα τα σφυρίγµατα του τραίνου, πούφευγε µε το τελευταίο τούρκικο τάγµα? Οι πλούσιοι µπέηδες, από το άλλο µέρος, ήτανε τύποι µάλλον διεθνείς, όπως όλοι όσοι αισθάνονται βαριά την τσέπη τους. Το συµφέρον αυτό, µονάχα, κανόνιζε κάθε φορά τα δηµόσια φρονήµατα και τα πολιτικά αισθήµατά τους. Οι µπέηδες, λοιπόν, µε τη λεπτή εκείνη όσφρηση που έχουν σ? αυτές τις περιστάσεις οι όµοιοί τους, είχανε νιώσει από µέρες τη θέση των πραγµάτων και, καθώς είχανε διδαχτεί πολλά από όσα είχανε φυγε ο τούρκικος στρατός, είχανε πετύχει να καταπραΰνουν τον ερεθισµό και να προλάβουν αντεκδίκηση εναντίον των χριστιανών που το άφευκτο αποτέλεσµά τους θα ήτανε µια εξέγερση αντίρροπη των χριστιανών, µόλις ο ελληνικός στρατός θα παρουσιαζότανε µπροστά στην πόλη. Και τα έξοδα θα τα πλήρωναν αυτοί. Την πολιτική τους, οι µπέηδες της Βέροιας, συµπλήρωσαν µε άµεση συνεννόηση µε τους Έλληνες πρόκριτους, που τους εξοµολογήθηκαν ότι, αν εξασφαλιζότανε η περιουσία τους, αδιαφορούσαν τέλεια αν οι οφειλέτες τους θα πιάνονταν στο εξής από τους χωροφύλακες του Σουλτάνου Μωάµεθ του Ε? ή του Βασιλιά Γεωργίου του Α?. Και τους παρακάλεσαν να εξαντλήσουν αυτοί την επιρροή τους στον ελληνικό πληθυσµό. Κι έτσι λείψανε όλα τα δυσάρεστα µιας ξαφνικής αλλαξοκυριαρχίας, οι φόνοι, οι εµπρησµοί κι οι διαρπαγές. Ο Τούρκικος όχλος, άλλωστε, άµα δεν του υποδαυλίσεις τον θρησκευτικό του φανατισµό, άµα δεν τον ερεθίσεις, είναι πρόθυµος να δέχεται και τα πια φοβερά περιστατικά µε φιλοσοφική απάθεια. Γιατί νιώθει το Θεό πατέρα του κακού, όπως ακριβώς και του αγαθού. Από το άλλο µέρος, όσο του αρέσει να επιβάλλει τη δύναµή του και τη θέλησή του, άλλο τόσο ξέρει να σέβεται και να υποµένει καρτερικά τη δύναµη του άλλου. Ο Τούρκος, νικηµένος, είναι ο πιο πειθήνιος άνθρωπος. Η ηθική, παθητική και σιωπηλή αντίδραση εναντίον της βίας του νικητή, που θέλει συνείδηση κάπως αναπτυγµένη, του είναι άγνωστη. Οι µόνοι άνθρωποι, που η πολιτική των µπέηδων δεν κατάφερε να κερδίσει καθόλου, ήταν οι νοικοκυραίοι, που αποτελούσαν τη µεσαία τάξη, αυτή που σ? όλες τις χώρες είναι ? και θα είναι επί πολλούς αιώνες, για πάντα ίσως ? ανεξάντλητη εστία εθνικού αισθήµατος. Ενώ οι ακτήµονες του όχλου, µαζεµένοι στα πεζοδρόµια ή στα σταυροδρόµια, µας βλέπανε να παρελαύνουµε µε την απλή περιέργεια θεατών ταινίας κινηµατογράφου. Οι µικρονοικοκυραίοι, αφού φρόντισαν να κλείσουν τα µαγαζιά τους για καλό και για κακό, µας ρίχνανε, πίσω από τα θολά τζάµια των µικρών καφενείων, µατιές γεµάτες από δύσκολα συγκρατούµενο µίσος». (?) «Πήραµε τον δρόµο για τον τούρκικο στρατώνα, κτίριο απλόχωρο σε σχήµα κεφαλαίου Πι, πάνω σε ύψωµα που επιτηρούσε όλη την πολιτεία. Βρήκαµε υλικό στρατωνισµού, κουβέρτες, όπλα, χάρτες επιτελικούς, σχέδια έργων αµυντικών της Κωνσταντινούπολης, ένα σωρό πράγµατα που οι Τούρκοι, πάνω στο σάστισµα της φυγής, είχαν ανακατέψει µε τον πιο περίεργο τρόπο. Το επιτελείο έπιασε τη µια πτέρυγα, το προσωπικό των γραφιάδων, ιπποκόµων και υπηρετών την άλλη. Και τα συντάγµατα καταυλιστήκανε σ? ένα µεγάλο χώρο πίσω από τους στρατώνες, που ίσκιωναν µεγάλα δέντρα και όπου τρέχανε δροσάτες, πλήθος νεροσυρµές». (?) «Στο µεταξύ, πολλοί από τους αξιωµατικούς και τους υπαξιωµατικούς, ηγεµονικά φιλοξενούµενοι από τους Έλληνες της Βέροιας, είχανε παραδοθεί στην απόλαυση σπιτίσιων καλοµαγειρεµένων φαγιών που είχανε τόσο επιθυµήσει, ενώ οι οικοδεσπότες, οι γυναίκες και τα κορίτσια τους, µε φούστες «αντραβέ», που συναγωνίζονταν σε κοµψότητα τις παριζιάνικες, και πρόσωπα που άστραφταν από χαρά, σερβίριζαν όρθιοι ? κατά το παλιό µακεδονικό έθιµο ? τους απρόοπτους κι αγαπηµένους ξένους». ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ∆ΗΜΑΡΧΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΚΑΡΑΤΖΟΓΛΟΥ Το κλείσιµο των µαγαζιών και το φόβο της άγνωστης εξέλιξης, περιγράφει, εκ των έσω αυτή τη φορά, ο πρώην ∆ήµαρχος Βέροιας Αναστάσιος Καρατζόγλου και συγκαταλέγεται στο προσωπικό του αρχείο, το οποίο δώρισε και βρίσκεται τώρα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους ( δηµοσίευµα στην Βέροια 1992 τεύχος 1000 σελ.2, από τον γνωστό δικηγόρο και άνθρωπο µε συγγραφικές ανησυχίες Γιώργο Λιόλιο, που το αντέγραψε και το έδωσε στην εφηµερίδα µας) « Ήταν ηµέρα Τρίτη 16 Οκτωβρίου 1912. Καθ΄όλας τα δυο προηγουµένας ηµέρας, ακούγαµε τα κανόνια της µάχης στα υψώµατα της Καστανιάς και της περιοχής του βρωµοπήγαδου. Ο κόσµος όλος (Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Βλάχοι, Αραπάδες), ήταν µουδιασµένος. Όλοι είµασταν κλεισµένοι στα σπίτια µας. Η αγορά κλειστή. Πολύ ταραγµένη η ατµόσφαιρα, ιδία την ∆ευτέραν 15 Οκτωβρίου, στην πόλη µας. Από πολύ καιρό το κόµµα των Νεοτούρκων µε διάφορα µέσα και τεχνάσµατα µεγάλωνε το µίσος των Τούρκων (των εχόντων τάσεις δι΄ εγκλήµατα και πλιατσικολογήµατα) κατά των χριστιανών και προπαρασκεύαζε µε άτακτα στοιχεία µια γενική σφαγή των γκιαούρηδων. Γι΄αυτό επεκράτει τώρα στην πόλη µας ο τρόµος και η αγωνία. Εκορυφώθη δε η τροµάρα αυτή όταν διεδόθη ότι όλοι οι Τούρκοι πρόκριτοι φεύγουν µε τις οικογένειές τους προς τον Σιδηροδροµικόν Σταθµόν µε στόχο την Θεσσαλονίκην δια περισσοτέραν ασφάλειαν» Και συνεχίζει περιγράφοντας την πρωτοβουλία του ∆ηµάρχου, του Μητροπολίτου και Ελλήνων προκρίτων, να µεταβούν στο Σταθµό και να πείσουν τους Τούρκους να επιστρέψουν στην πόλη. Μάλιστα για να τους κάνουν να νιώσουν περισσότεροι ασφάλεια τους φιλοξένησαν το κρίσιµο βράδυ στα σπίτια τους. « Ηµείς στο σπίτι µας εφιλοξενήσαµε την οικογένεια του Μαµούτ Εφέντη Χατζηπάσιου, τότε ιδιοκτήτου τσιφλικιού Ασωµάτων, που κάθονταν στη σηµερινή οδό Κανάρη, παρακάτω αριστερά από το Κονάκι, κατοικία του ∆ηµάρχου Βέροιας Χαλίλ Αλή Βέη». ∆ηµιούργησαν ακόµα και µια µεικτή πολιτοφυλακή για να ελέγχει τους δρόµους της Βέροιας. Ξηµέρωσε η Τρίτη και ο Καρατζόγλου πιτσιρικάς τότε 12-13 χρονών µαζί µε φίλους του ανέβηκαν στο παλιό καµπαναριό της εκκλησίας του Αγ. Γεωργίου και παρακολουθούσαν τα στρατεύµατα που βρίσκονταν γύρω από τους στρατώνες, όταν είδαν να έρχονται ιππείς να κατεβαίνουν από την περιοχή του Προµηθέα, για να αξιολογήσουν την επικρατούσα κατάσταση, πριν µπει ο Ελληνικός Στρατός στην πόλη. Σε λίγο οι αρχές της πόλης ύψωσαν τη λευκή σηµαία στον πύργο του ρολογιού και εν συνεχεία παρέδωσαν την πόλη στον λοχαγό του ιππικού Μάνον που µπήκε πρώτος. ( τη λευκή σηµαία γράφει πως τη βρήκε το 1951, όταν ήταν ∆ήµαρχος, µέσα στα ιστορικά κειµήλια του Μητροπολίτου Εδέσσης Κύρου ∆ιονύσου και την παρέδωσε στο ∆ήµο Βέροιας). ∆εν διαφέρει περιγραφή του Βεροιώτη Καρατζόγλου µε των υπολοίπων για τους πανηγυρισµούς και την υποδοχή που έγινε στους ελευθερωτές. Αναφέρει όµως µε λεπτοµέρειες τι έγινε κατά την παράδοση της πόλης. « Το σπίτι µας που ήταν επί της γωνίας Κεντρικής- Περικλέους και Αντ. Καµάρα και που κατεδαφίστηκε για την εφαρµογή του σχεδίου πόλεως, εχρησιµοποιείτο το 1912 για ∆ηµαρχείο Βερροίας. Από τον ξύλινο εξώστη του ∆ηµαρχείου τούτου, επί της οδού Κεντρικής, οµίλησαν -επί τη απελευθερώσει- προς τα εορτάζοντα και πανηγυρίζοντα πλήθη, ο ιατρός Νίκος Αντωνιάδης και ο ∆ήµαρχος Χαλίλ Αλή Βέης µε σπασµένα ελληνικά». Την επόµενη δε ηµέρα µετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία ο διάδοχος Κωνσταντίνος φιλοξενήθηκε στο σπίτι του Ιωάννη Σακελλαρίδη στην περιοχή του Αγ. Ιωάννου. Μετά από δυο ηµέρες, σύµφωνα µε όσα γράφει ο Καρατζόγλου, έφτασε στη Βέροια και ο Βασιλιάς Γεώργιος και εγκαταστάθηκε στο νεόδµητο σπίτι του Αναστασίου Καµπίτογλου, εµπόρου αποικιακών, εκεί που κατασκευάστηκε και λειτούργησε αργότερα το Ξενοδοχείο «Βασίλισσα Βεργίνα», και παρέµεινε εκεί µέχρι την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Συµπερασµατικά οι διηγήσεις των αυτοπτών µαρτύρων συγκλίνουν σε πολλά σηµεία ως προς την περιγραφή των συµβάντων την ηµέρα της απελευθέρωσης, ενώ συµπληρώνει η µία την άλλη προσθέτοντας λεπτοµέρειες ή µικρά στιγµιότυπα. ∆ιαφορετική άποψη έχουν µόνο ως προς τη στάση που ετοίµαζαν οι στρατιώτες λόγω της µεγάλης πείνας και την οποία κατάφερε ο διάδοχος Κωνσταντίνος να αποσοβήσει, καθώς άλλοι αρνούνται ότι υπήρξε, ενώ άλλοι επιµένουν στο συµβάν, καταγράφοντας λεπτοµέρειες όπως, ότι ο Κωνσταντίνος µόλις έµαθε την απόφαση των στρατιωτών (όπως αναφέρει ο Βιλτ. ∆ουσµάνης στο βιβλίο του Αποµνηµονεύµατα. Ιστορικαί σελίδες, τας οποίας έζησα»), τους εξήγησε ότι δεν µπορεί να λύσει το πρόβληµα καταλήγοντας να πει «Να εκεί πέρα είναι η Θεσσαλονίκη, πηγαίνετε κει να εύρετε ψωµί»! Παραµένει όµως αδιαµφισβήτητο το γεγονός της πείνας, της έλλειψης καπνού και ειδών καθαριότητας στο στράτευµα. Γι΄ αυτό και κατέκλυσαν τα καταστήµατα της πόλης µόλις εισήλθαν σ΄ αυτήν, προσπαθώντας να προλάβουν να κάνουν τις προµήθειές τους πριν τελειώσουν. Ατέλειωτες ουρές σχηµατίστηκαν µπροστά στα µαγαζιά που παρέµειναν ανοιχτά µέχρι να ξεπουλήσουν , ενώ παρά τις προειδοποιήσεις για αποφυγή πλιάτσικου, όταν εµφανίστηκαν τα πρώτα κρούσµατα οι τιµωρία ήταν παραδειγµατική και απέτρεψε οποιαδήποτε άλλη προσπάθεια αυτού του είδους. Την επόµενη ηµέρα αφού έγινε πανηγυρική Θεία Λειτουργία στο Μητροπολιτικό Ναό, µε την παρουσία του ∆ιαδόχου, όλων των τοπικών αρχών , ακόµα και µουσουλµάνων αξιωµατικών και πολιτών, ο ελληνικός στρατός αναχώρησε από την πόλη κατευθυνόµενος προς τη Νάουσα και τα Γιαννιτσά. Ύστερα λοιπόν από την απελευθέρωση της πόλης, η ζωή µεταξύ ανθρώπων διαφορετικών φυλών και θρησκευµάτων συνεχίστηκε κανονικά και συµβίωναν ειρηνικά µέχρι το 1922, όταν ακολούθησε η ανταλλαγή των πληθυσµών. Μεταξύ δε 1914-18 στην πόλη δηµιουργήθηκε στρατιωτικός καταυλισµός µε την παρουσία Γάλλων κυρίως και Άγγλων στρατιωτών και ταυτόχρονα στήθηκε νοσοκοµείο από τον Ερυθρό Σταυρό, προκειµένου να νοσηλεύονται οι τραυµατίες πολέµου, δεδοµένου ότι οι βαλκανικοί πόλεµοι συνεχίστηκαν, αλλά και ασθενείς, καθώς φυµατίωση και ελονοσία θέριζαν. πηγή: Αρχείο εφηµερίδας "Βέροια" - Συντάκτης Νικολέτα Φλιάταρη
